Lords of the Fallen review σε άλλες εποχές...


 
Το παιχνίδι εκτυλίσσεται στον ίδιο κόσμο με το αρχικό LotF, αλλά είναι soft reboot και δεν απαιτεί γνώση του original. Η ιστορία διαδραματίζεται περίπου 1000 χρόνια μετά, στο Mournstead. Αναλαμβάνετε τον ρόλο του Dark Crusader, του εκλεκτού του ιερού τάγματος του Orius, που πρέπει να σταματήσει την επιστροφή του σκοτεινού θεού Adyr, ο οποίος βρίσκεται εξόριστος σε άλλη διάσταση. Για να πραγματοποιήσει αυτόν τον άθλο, πρέπει να εξαγνίσει πέντε συγκεκριμένες τοποθεσίες, οι οποίες λειτουργούν ως τα «δεσμά» του Adyr (αφού φυσικά πρώτα νικήσει τους φύλακές τους). 

Πέρα από το τάγμα του Orius, υπάρχουν οι Rhogar, οι πιστοί του Adyr, και τέλος, υπάρχει και το Umbral, που είναι ο κόσμος των νεκρών (περισσότερα γι αυτό λίγο παρακάτω). Ανάλογα με το ποια πλευρά διαλέγετε για σύμμαχο και τις επακόλουθες επιλογές σας, έχετε και διαφορετικό τέλος. Μάλιστα, για κάθε διαφορετικό φινάλε, ξεκλειδώνεται ένα νέο class που μπορείτε να επιλέξετε για το new game+. Η πλοκή δεν έχει ιδιαίτερο βάθος ή συγκλονιστικές εκπλήξεις. Πρόκειται για μία μάλλον τυπική soulslike, dark fantasy περιπέτεια με αρκετό αλλά μάλλον αδιάφορο lore.

Όπως σε πολλά παιχνίδια του είδους επιλέγετε class ανάλογα με το πώς θέλετε να παίξετε, και ξεκινάτε την εξερεύνηση του Mournstead. Η βασική ροή του gameplay, πράγματι είναι παρμένη από τα Dark Souls. Οι εχθροί είναι πολλοί και δύσκολοι, κι έχετε περιορισμένο αριθμό heals. Όσο σκοτώνετε εχθρούς, κερδίζετε vigor (souls), τα οποία χρησιμοποιείτε για να ανεβάσετε επίπεδο τον χαρακτήρα σας και τα στατιστικά του, ή για να αγοράσετε νέο εξοπλισμό, ξόρκια και χρήσιμα αντικείμενα (πέρα από αυτά που βρίσκετε κρυμμένα ενώ προχωράτε στις περιοχές) από τους διάφορους ΑΙ χαρακτήρες στη βάση σας στο Skyrest (Firelink Shrine). Όταν σκοτώσετε κάποιο από τα κύρια boss, μπορείτε να πάρετε την ψυχή του και να την χρησιμοποιήσετε για να αποκτήσετε το όπλο του ή την πανοπλία του. Γενικότερα, αν είστε βετεράνος των soulslike θα αισθανθείτε αρκετά γρήγορα πολύ οικεία. Όμως υπάρχουν κάποιες νέες ιδέες που διαφέρουν. Η κυριότερη αφορά την εξερεύνηση, καθώς το Mournstead χωρίζεται σε δύο διαστάσεις: το Axiom, που είναι ο κανονικός κόσμος, και το Umbral, που είναι ο κάτω κόσμος (φανταστείτε το σαν τον κανονικό κόσμο και το spectral realm του Soul Reaver).

Εκτός από τον εξοπλισμό και τα αντικείμενά σας, έχετε και το umbral lamp, ένα φανάρι που σας επιτρέπει να κοιτάξετε στο Umbral ενώ βρίσκεστε στο Axiom και να δείτε πράγματα, οντότητες και τοποθεσίες που υπό κανονικές συνθήκες είναι αόρατα. Πχ μπορεί στο Axiom να βρεθείτε σε ένα αδιέξοδο, αλλά αν το φωτίσετε με το lamp να δείτε πως εκεί ο δρόμος συνεχίζεται, ή εκεί που στον κανονικό κόσμο υπάρχει κάποιο χάσμα που εμποδίζει την πρόοδο σας, στο Umbral να υπάρχει μία γέφυρα. Το ίδιο ισχύει και όταν πετυχαίνετε βαθύ νερό. Στον κανονικό κόσμο θα πνιγείτε, αλλά στον άλλον κόσμο μπορείτε να περάσετε ελεύθερα.

Όμως πέρα από το απλά να μπορείτε να δείτε το Umbral, το lamp σας επιτρέπει και να ταξιδέψετε εκεί. Ενώ μπορείτε να μεταβείτε οποιαδήποτε στιγμή στο Umbral, για να επιστρέψετε στο Axiom πρέπει να βρείτε ένα από τα σημεία vestige, τα οποία είναι τα bonfires του παιχνιδιού. Οπότε, η εξερεύνηση του ήδη εκτενούς Mournstead, μεγαλώνει ακόμα περισσότερο σε διάρκεια, καθώς θα περνάτε μπόλικη ώρα περιπλανώμενος και στις δύο διαστάσεις. Οι περιοχές είναι μεγάλες και πολλές φορές σχεδόν λαβυρινθώδεις (ειδικά αν έχουμε στο νου και το Umbral) και αυτό σημαίνει πως υπάρχει πολλή εξερεύνηση για διάφορα κρυμμένα μυστικά και καλούδια. Όμως ίσως κουραστείτε, ακριβώς επειδή το level design είναι καλό, αλλά και λίγο υπερβολικό. Να σημειωθεί πως το umbral lamp είναι χρήσιμο και στην μάχη, καθώς κάποιοι εχθροί είναι «δεμένοι» με τον κόσμο του Umbral και δεν μπορείτε να τους κάνετε ζημιά αν δεν χρησιμοποιήσετε το lamp για να βρείτε και να καταστρέψετε το πνεύμα που τους προστατεύει. Μπορείτε επίσης να τραβήξετε για λίγο την ψυχή τους έξω από το σώμα τους και να κάνετε μερικές γρήγορες επιθέσεις, μέχρι να ξαναμπούν πίσω.

Ένας άλλος τρόπος να πάτε στο Umbral, είναι να... πεθάνετε (τί πιο σύνηθες θα μου πείτε, έτσι πάει κανείς στον κάτω κόσμο). Όμως εδώ ο θάνατος είναι μία δεύτερη ευκαιρία. Από την στιγμή που πάτε εκεί, μπορείτε να επιτεθείτε στα διάφορα τέρατα που συναντάτε και να ανακτήσετε την υγεία σας. Αν καταφέρετε και επιστρέψετε στο πιο κοντινό vestige, τότε επανέρχεστε στην ζωή. Αν όχι, πεθαίνετε οριστικά και ξαναβγαίνετε στο τελευταίο vestige όπου είχατε ξεκουραστεί και πρέπει να τρέξετε πίσω εκεί που πέσατε ώστε να πάρετε πίσω το vigor σας. Αλλά τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Όση περισσότερη ώρα βρίσκεστε στο Umbral, τόσοι περισσότεροι εχθροί εμφανίζονται. Μάλιστα, σιγά-σιγά, αρχίζουν να εμφανίζονται όλο και πιο δυνατά τέρατα και παράλληλα παίρνετε περισσότερο vigor για όσα σκοτώνετε. Αν περάσει αρκετή ώρα μπορεί να παίρνετε το τριπλάσιο vigor για κάθε εχθρό, όμως τότε εμφανίζονται τέρατα που είναι πάρα πολύ δύσκολα και δεν σας αφήνουν να κάνετε heal, οπότε ο θάνατος είναι σχεδόν σίγουρος. Αυτό δημιουργεί μερικές ενδιαφέρουσες επιλογές, ειδικά αν θέλετε να φαρμάρετε vigor, ώστε να ανεβάσετε πιο γρήγορα το level και τα στατιστικά σας. Ρίσκο και ανταμοιβή.

Ένα σημαντικό θέμα είναι πως πολλές φορές η απόσταση των vestige είναι μεγάλη και αποτελεί πρόβλημα σε ένα παιχνίδι με υψηλή δυσκολία και συχνούς θανάτους. Όμως, το παιχνίδι σας επιτρέπει να δημιουργήσετε τα δικά σας προσωρινά vestige σε συγκεκριμένα σημεία (τα ξεχωρίζετε από την ύπαρξη λουλουδιών) στον κόσμο. Αυτό είναι ευπρόσδεκτη προσθήκη που προσθέτει μία ελάφρυνση, αλλά επίσης και μία επιπλέον στρατηγική σκέψη. Πρέπει να επιλέξετε σοφά πού θα δημιουργήσετε το vestige, εφόσον μπορείτε να φτιάχνετε μόνο ένα vestige κάθε φορά, αλλά και τα umbral seedlings (τα αντικείμενα που χρησιμοποιείτε γι αυτόν τον σκοπό) δεν είναι άπειρα.

Ένα επιπλέον ζήτημα που μάλλον θα σας παιδέψει, είναι το σύστημα lock-on, το οποίο πολλές φορές κλειδώνει σε λάθος εχθρούς. Aυτό είναι κάτι που πολύ εύκολα αποδεικνύεται θανατηφόρο, καθώς οι εχθροί σας περικυκλώνουν και επιτίθενται από παντού γύρω σας. Με δεδομένο πως οι εχθροί είναι μπόλικοι και στις δύο διαστάσεις και δεν αστειεύονται καθόλου, τότε καταλαβαίνετε πως πρέπει να οπλιστείτε με υπομονή (αν και τα πράγματα έχουν βελτιωθεί κάπως μετά από patch, αλλά και πάλι, θα ζοριστείτε σίγουρα σε κάποια σημεία). Για την ακρίβεια, υπάρχουν αρκετές φορές όπου ίσως η καλύτερη επιλογή (αν θέλετε να ξεκολλήσετε από κάπου και να κάνετε λίγη πρόοδο), είναι να τρέχετε και να αποφεύγετε μάχες, κάτι που δεν θα έπρεπε να συμβαίνει, ειδικά σε τέτοιο παιχνίδι. Περισσότερο δεν σημαίνει καλύτερο, αν δεν υπάρχει σωστός σχεδιασμός. Η αποφυγή μαχών θα έπρεπε να είναι στρατηγική επιλογή, όχι η πιο βιώσιμη λύση. Κι αυτό είναι κρίμα, καθώς όταν δεν πνίγεστε από εχθρούς, οι μάχες δεν είναι άσχημες και έχουν έναν ωραίο ρυθμό. Δυστυχώς, τα boss fights συχνά δεν είναι οι ξεχωριστές εμπειρίες που θα έπρεπε και καταλήγουν να θυμίζουν περισσότερο μέτριες αντιγραφές καλύτερων και πιο πρωτότυπων αναμετρήσεων που έχουμε δει σε τίτλους της From. Επίσης, είναι φανερό πως κάποια έχουν δουλευτεί περισσότερο από άλλα, με το τελικό συνολικό αποτέλεσμα να είναι άνισο.

Η ζωή σας μπορεί να γίνει λίγο πιο εύκολη παίζοντας co-op παρέα με έναν φίλο, ή πιο πικάντικη αν επιλέξετε να παίξετε PvP ενάντια σε άλλους παίκτες σε ειδικές αρένες. Φυσικά, όπως και στα Souls, μπορείτε να εισβάλλετε στους κόσμους άλλων παικτών ή να αντιμετωπίσετε αντίστοιχα αντίπαλους επίδοξους εισβολείς που θέλουν το αίμα σας. Οι μάχες στο multiplayer, πέρα από έξτρα αδρεναλίνη (και πιθανώς, νεύρα), σας φέρνουν έξτρα υλικά, τα οποία μπορείτε να χρησιμοποιήσετε για να αγοράσετε αντικείμενα, εξοπλισμό ή νέα χρώματα για τις πανοπλίες σας. Να σημειωθεί επίσης πως μετά από update προστέθηκε υποστήριξη cross-play.

Το παιχνίδι χρησιμοποιεί την Unreal Engine 5, προσφέροντας μερικά πραγματικά εντυπωσιακά σκηνικά. Το Mournstead είναι ένας σκοτεινός, πλήρως ατμοσφαιρικός gothic κόσμος, γεμάτος με εγκαταλελειμμένα χωριά, επικίνδυνους βάλτους, αρχαίους ναούς, επιβλητικά κάστρα και ένα σωρό άλλες καταχθόνιες τοποθεσίες. Αυτό ισχύει διπλά για το φασματικό, στοιχειωμένο Umbral, που είναι γεμάτο με εφιαλτικά τοπία και τέρατα. Πολεμάτε εχθρούς όπως βάναυσοι βάρβαροι, θρησκόληπτοι μανιακοί, φριχτά τέρατα, δαίμονες κτλ. Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει σε κάποια από τα boss, που θυμίζουν οντότητες που θα βλέπαμε σε βιβλία του Lovecraft ή στα έργα του H.R. Giger. H όλη αισθητική θυμίζει εύκολα εξώφυλλο κάποιας black metal μπάντας και ενώ υπάρχουν αρκετές φορές που ίσως δείχνει να είναι υπερβολικά edgy και να προσπαθεί λίγο παραπάνω απ΄ ότι θα έπρεπε, σίγουρα κερδίζει τις εντυπώσεις. Αλλά ενώ η καλλιτεχνική διεύθυνση τα πάει καλά, η όλη παρουσίαση χαντακώνεται από τις πτώσεις του framerate. Στο PS5, ακόμα και στο performance mode, υπάρχουν αρκετά συχνά framedrops και stuttering, ειδικά σε σημεία που υπάρχουν μπόλικα particle effects ή συγκεκριμένα εφέ φωτισμού (αν και πλέον έχουν διορθωθεί κάποια θέματα).

Ο ήχος επίσης κινείται σε υψηλό επίπεδο ποιότητας. Η μουσική είναι ότι ακριβώς περιμένουμε, με επικά και έντονα ορχηστρικά κομμάτια, συνοδευόμενα από απόκοσμες χορωδίες και δυναμικές μελωδίες, ειδικά στις μάχες με boss. Το soundtrack μπορεί να έχει μία κάπως «γενική» αίσθηση, αλλά σίγουρα συνοδεύει καλά τα τεκταινόμενα. Τα ηχητικά εφέ είναι επαρκή, αν και θα μπορούσαν ίσως να είναι λίγο καλύτερα και να έχουν πιο «βαρύγδουπη» αίσθηση. Το voice acting είναι τιμιότατο κι έχει πλάκα να ακούς τις διάφορες προφορές που έχουν μερικοί χαρακτήρες.

Share on Google Plus

About Freegr network

    Blogger Comment
    Facebook Comment

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου